7 Δεκεμβρίου 2009

Think global, act local...and more



Αυτό το βίντεο το βρήκα τυχαία και σκέφτηκα να το αναρτήσω μετά από το σχόλιο ενός ξαδέλφου. Είχα βάλει στο Skype status ''Τhink big, act big and never stop until you achieve perfection''- το οποίο το έκλεψα από μια συνέντευξη ενός γραφίστα και το οικειοποιήθηκα εφόσον σίγουρα κι αυτός από κάποιον άλλον το είδε και το έκανε σλόγκαν του...:) Ο ξάδελφος μου λοιπόν μου απάντησε "εγώ θα έλεγα: think global, act local''. Υποθέτω, μου το είπε για να με κοροϊδέψει, του στυλ 'δεν μας χέζεις και εσύ με τη μεγαλομανία σου....' ή αλλιώς γιατί μόλις είχε διαβάσει κανένα άρθρο σε καμιά le monde για τη σύνοδο του ΟΗΕ στη Κοπεγχάγη για την αλλαγή του κλίματος και ήθελε να δει πόσο ενήμερη είμαι πάνω στο θέμα... 


Όπως και να έχει, η φράση του μου θύμισε το μάθημα της χωροταξίας. Πολύ ενδιαφέρον θέμα. Έχει να κάνει με μακροπρόθεσμο και βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό μιας πόλης, μιας κοινότητας ή μιας χώρας ολόκληρης, σε επίπεδο πολιτικό, οικονομικό, πολεοδομικό και οικολογικό ακολουθώντας πάντα τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης -η οποία απλοϊκά, αν δεν έχετε ξανακούσει τον όρο, σημαίνει να προγραμματίζεις την ανάπτυξη με τέτοιο τρόπο που να εξασφαλίζει μέγιστα κέρδη χωρίς όμως να υποβαθμίζεις το περιβάλλον και γενικά να θέτεις σε κίνδυνο την ποιότητα ζωής των γενεών που πρόκειται να ακολουθήσουν. Στο μάθημα της χωροταξίας που λέτε -τις ώρες που δεν κοιμόμουνα- άκουγα σλόγκαν όπως αυτό το think global, act local και ωραία παραδείγματα εφαρμογής πιλοτικών προγραμμάτων, δηλαδή εφαρμογές σε μικρά χωριά που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε μεγαλύτερες πόλεις ή χώρες που προγραμμάτιζαν την ανάπτυξή τους σεβόμενοι το κοινό συμφέρον, δηλαδή πρακτικά οι μέθοδοί τους ήταν planet friendly


Ένα άλλο ''κίνημα'', αν μπορώ να το χαρακτηρίσω έτσι, που έμαθα εκεί είναι το NIMBY= Not in my backyard. Αυτό δηλαδή που κάνουμε, μερικοί από μας ατομικά ή σε επίπεδο γειτονιάς και πολλές πόλεις και χώρες. Δεν μας νοιάζει για οτιδήποτε γίνεται εκτός των ''συνόρων'' μας. Μας απασχολεί μέχρι εκεί που βλέπει το μάτι μας. Το σπίτι μας, η αυλή μας, η πόλη μας, η χώρα μας, αν μπορώ να ερμηνεύσω κάπως αυτή τη φράση. Μετατοπίζουμε το πρόβλημα και δεν το λύνουμε, ή απλά αρνούμαστε να υποστούμε κάποιες συνέπειες, οι οποίες όμως θα έκαναν καλό σε ολόκληρη την κοινωνία, όπως π.χ. δεν δεχόμαστε να δημιουργηθεί ένα πάρκο με ανεμόμυλους για παραγωγή ηλεκτρισμού με αιολική ενέργεια απλά επειδή δεν μας αρέσει η φάτσα τους ή το βουητό που ίσως κάνουν.





Επανέρχομαι στον αρχικό σκοπό αυτής της ανάρτησης ο οποίος ήταν το βίντεο για τα πράγματα. Το βίντεο είναι λίγο μεγάλο αλλά λέει με απλό τρόπο όσα μας κρύβουν και ίσως σκεφτούμε λίγο περισσότερο τι δημιουργεί αυτή την καταναλωτική μανία που μας διακατέχει και πως αυτή επηρεάζει την κλιματική αλλαγή για την οποία συζητούν τώρα οι μεγάλοι στην Κοπεγχάγη. 


Σας αφήνω λοιπόν μ' αυτό: Τhink global, act local and never stop until you achieve perfection.... γιατί έτσι και τον πλανήτη θα σώσουμε και θα φτάσουμε την τελειότητα... 

5 Δεκεμβρίου 2009

Ο τρίτος πρωταγωνιστής







Στον κινηματογράφο είθισται να έχουμε δύο πρωταγωνιστές. Τον άντρα και τη γυναίκα. Ο άντρας μπορεί να αποτελείται από τρεις υπο-άντρες και η γυναίκα από τρείς υπο-γυναίκες. Σε καιρούς έξαλλους μπορεί να έχουμε 300 και ένα Λεωνίδα, ένα Χριστό και πολλούς αμαρτωλούς, ένα σκύλο και ένα εξωγήινο. Στην ουσία όμως πάντα πρόκειται για δύο βασικά «σύνολα», τα οποία καθορίζουν την έκβαση της ταινίας. Παρόλο που μπορεί να αμφισβητείτε την εμμονή μου να τους απαριθμώ ως δύο, τους πρωταγωνιστές, η εξήγηση βρίσκεται πίσω από το ότι πάντα υπάρχει ένας «τρίτος». Είναι εκεί διαρκώς, και επειδή στους δύο τρίτος δεν χωρά, πάντα συνοδεύει τους πρώτους «δύο» -ή τους κρατάει το φανάρι για να βλέπουν-, ανεξαρτήτως χώρας παραγωγής, υπόθεσης ή διάρκειας της ταινίας-σειράς-διηγήματος. Ο ρόλος του δεν είναι καθοριστικός για την εξέλιξη αλλά πολλές φορές δίνει καθοριστικές λεπτομέρειες στο θεατή- αναγνώστη για το ποιος έκανε τελικά το φόνο, πού έγινε το λάθος και πήρε φωτιά το εργοστάσιο, γιατί μετακόμισε ο πρωταγωνιστής νούμερο 1. Μπορεί απλά να είναι εκεί για να μπορούν να υπάρχουν οι άλλοι δύο. Χωρίς αυτόν δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ο Clooney, ούτε η Penelope, ούτε η Βουγιουκλάκη… ούτε ο Νέμο. Αυτός θα είναι είτε μια ολόκληρη πόλη, ένα νησί, ένας ουρανοξύστη, ένα γραφείο, ένα δωμάτιο, μια φυλακή, ένας ωκεανός ή ένας άλλος πλανήτης… Και αν θέλουμε να αναφερθούμε σε ένα συγκεκριμένο τύπο κινηματογράφου, π.χ. Χολιγουντιανό, όπου ο  στόχος είναι να ταυτιστούμε με τον πρωταγωνιστή ή να τον λυπηθούμε ή να τον μισήσουμε συνειδητά... ασυνείδητα θα κάνουμε το ίδιο και με τον τρίτο πρωταγωνιστή. Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτοί με μια πιο «γυμνασμένη» ματιά μπορούν να απολαύσουν μια ολότελα διαφορετική εμπειρία από αυτόν που επικεντρώνεται μόνο στα λόγια και στα κορμιά…  


Προσωπικά, ο τρόπος που βλέπω ταινίες έχει αλλάξει από τότε που άρχισα να «γίνομαι» αρχιτέκτονας. Στην προηγούμενη εποχή το «πίσω» παρέμενε ένα σκηνικό. Απλά ένας χώρος που έπρεπε να υπάρχει για να πει η Kate στον Di Cabrio το «Im flying Jack»(?!). Παρόλα αυτά θυμάμαι πολύ ξεκάθαρα τον «τοίχο- ενυδρείο» που είχε ο Hugh Grant στο «About a boy» ανάμεσα στην κουζίνα του και στο σαλόνι του. Σίγουρα ήταν από τα πιο πρωτότυπα πράγματα που είχα δει μέχρι τότε και μάλλον γι’ αυτό αποτυπώθηκε στη μνήμη μου. Τότε δεν θα φανταζόμουν ότι θα έφτανα σε σημείο σήμερα να βλέπω ταινίες για να δω το χώρο, το μέρος, το κτήριο και όχι την υπόθεση της ταινίας. Συνειδητοποίησα αυτή την αλλαγή πραγμάτων όταν πριν μερικές βδομάδες έπιασα τον εαυτό μου να πασχίζει απεγνωσμένα στο Google να βρει ποιος αρχιτέκτονας έκανε το σπίτι που έμενε το ζευγάρι στην  ταινία «la mujer de mi hermano» για να βρω κατόψεις και φωτογραφίες- η οποία από ερμηνείες και υπόθεση θυμίζει απλά μια καλύτερη εκδοχή κολομβιανής σαπουνόπερας. Ήταν ένα σύγχρονο, υπέροχο, λιτό σπίτι. Μια σύνθεση από τρείς ορθογώνιους όγκους, τοποθετημένους ο ένας πάνω στον άλλο, με ενιαίους χώρους, μεγάλες επιφάνειες γυαλιού στις όψεις και που γενικά «πρέσβευε τις αρχές του μοντέρνου κινήματος». 

Μελετώντας τα σχέδια διαπίστωσα ότι ο αρχιτέκτονας είχε τραβήξει τις ελάχιστες απαραίτητες γραμμές για να δημιουργήσει ένα σπίτι (φαινομενικά) λειτουργικό, αισθητικά ωραίο, και απέριττο όσο έπρεπε. Δείχνοντας τις φωτογραφίες σε φίλους άρχισαν τα πρώτα σχόλια του τύπου «έτσι θέλω να μου σχεδιάσεις το σπίτι μου». Τότε ήταν η στιγμή που ενώ μέσα μου ευχήθηκα μια μέρα να σχεδιάσω ένα τέτοιο σπίτι από την άλλη άρχισα να σκέφτομαι ότι οι φίλοι μου μετά από 3 χρόνια ζωής σε ένα τέτοιο σπίτι θα κινούν αγωγή εις βάρος μου για πρόκληση ψυχολογικής οδύνης… και δικαιολογημένα. Θα έχουν ξοδέψει τα άπειρα λεφτά για να κτίσουν ένα σπίτι που «μπάζει» από παντού αέρα και θέλει τόνους πετρέλαιο για να ζεσταθεί -γιατί πολύ απλά θα ήταν επιφυλακτικοί στο να επενδύσουν σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας-, δεν θα έχουν αγοράσει ακόμη όλα τα έπιπλα του σπιτιού τους, γιατί θα τους έχω βάλει τόσο πολύ στο τρυπάκι ότι τα έπιπλα πρέπει να είναι ανάλογης ιδεολογίας με το σχεδιασμό και άρα θα αγοράζουν επιλεγμένα (= πανάκριβα) κομμάτια, και όταν πια θα έχουν αγοράσει όλα τα έπιπλα τους θα εξακολουθούν να πηγαίνουν στους γονείς τους για να ξεκουράζεται ο πισινός τους πάνω σε ένα αναπαυτικό παραδοσιακό καναπέ με το κιτς εμπριμέ ριχτάρι. Επίσης, και το πιο σημαντικό κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι θα έχουν τόσα πολλά πράγματα που δεν θα έχουν χώρο να τα αποθηκεύσουν και θα αναγκαστούν να κτίζουν τη μια παραγκούλα δίπλα στην άλλη μέσα στον κήπο -δίπλα από την πισίνα- για να φυλάξουν τα «σκουπίδια» που όλοι μας δεν μπορούμε να αποχωριστούμε, καθώς τρέμουμε στην ιδέα μήπως τα ξαναχρειαστούμε. (Να σας ενημερώσω εδώ ότι ακόμη και η Βανδή (=σοφή νοικοκυρά- τραγουδίστρια) ζήτησε από τον αρχιτέκτονα της πολλές ντουλάπες στο καινούργιο της σπίτι…)

(το σκίτσο και τα σχόλια είναι δικά μου...τα λάθη και τυχών ανακρίβειες οφείλονται στο ότι δεν βρήκα πουθενά ξεκάθαρες κατόψεις και ειδικά για τον όροφο...) 












Το σημείο που θέλω να καταλήξω με αυτή την αφήγηση είναι ότι ο τρίτος πρωταγωνιστής είναι ο πιο «ψεύτικος» από όλους τους υπόλοιπους. Μας ξεγελάει καλύτερα από τους υπόλοιπους αν και ίσως είναι ο πιο εφικτός για την απόκτησή του. Δηλαδή σταμάτησα πλέον να πιστεύω ότι θα χωρίσει ο Hugh Jackman από τη γυναίκα του για μένα, αλλά το διαμέρισμά μου το έχω βάψει μωβ στη απόχρωση που είναι το διαμέρισμα της Μonica στους «Friends». Από την άλλη, όσο και αν προσπαθήσω η κουζίνα μου είναι πάντα χάλια όταν έχω μαγειρέψει και έχω καλέσει φίλους και σίγουρα το σπίτι δεν είναι ποτέ τόσο τέλεια συμμαζεμένο όσο της Νόρας στα «Μυστικά της Εδέμ». (Διευκρίνιση: στην πιο πάνω κατηγορία εξαιρείται η μαμά μου αλλά αύτη έχει μαγικές ικανότητες  ως προς το θέμα του συμμαζέματος σε «κρίσιμες» ώρες και  γι’ αυτό δεν την κατατάσσω με μας τους φυσιολογικούς ανθρώπους).

Όπως και να έχει το θέμα ο τρίτος πρωταγωνιστής θα είναι πάντοτε εκεί. Για μερικούς από εμάς θα κλέβει την παράσταση, θα γίνεται η αιτία να δούμε ταινίες, να ταξιδέψουμε σε πόλεις για να δούμε πλατείες, δρόμους και καφέ (βλ. Before Sunrise και Βιέννη ή το πολύ αγαπητό Paris je t´aime και πρόσφατα New York Ι love you και πιο παλιά το Night on Earth) ή ακόμη και μεμονωμένα κτίρια που ποτέ δεν θα έχουμε την ευκαιρία να μπούμε μέσα αλλά τουλάχιστον τα έχουμε δει στην οθόνη (βλ. Match Point και τον πύργο του Foster  στο Λονδίνο, το Gherkin). Θα καταφέρει να κάνει τόπους διάσημους, ελκυστικούς και ιδανικούς για να φανταστούμε τη ζωή μας εκεί π.χ. η Νέα Υόρκη η οποία κατά τη γνώμη μου παρουσιάζεται ως η ιδανική πόλη για να ζει κανείς –ειδικά- τον τελευταίο καιρό.

(η σκηνή είναι από το match point και αν δεν έχετε καταλάβει ποιο είναι το κτήριο πατήστε εδώ)


Σε περίπτωση όμως που κάποτε αποκτήσουμε ένα τέτοιο «κινηματογραφικό» σπίτι- χώρο εργασίας – πόλη, μήπως με το πέρασμα του χρόνου θα πάψει να είναι τόσο «κινηματογραφικό»;  Μήπως τελικά είναι η στιγμή, το εικοσάλεπτο ή η μιάμιση ώρα που το βλέπουμε που το φαντάζει τόσο ειδυλλιακό και ιδανικό στα μάτια μας; Τα Ικεόσπιτά μας είναι όμορφα, πολλές φορές καλόγουστα και προσιτά αλλά πάντα θα τους λείπει αυτή η …φωτογένεια. Η οποία γενικά θα μας λείπει στη ζωή, πολλές στιγμές. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να φτιάξουμε τη δική μας «φωτογένεια». Γιατί δηλαδή το να περπατάς χαράματα στη Θεσσαλονίκη παρέα με το απορριμματοφόρο που δεν χωράει να περάσει λόγω των διπλο-παρκαρισμένων και εσύ που δεν ξέρεις που να πατήσεις αφού το πεζοδρόμιο είναι ανύπαρκτο, και ξεκίνησες με την παρέα σου μια συζήτηση για τον Καντ και τον Χέγκελ και καταλήξατε να τραγουδάτε το «Ποιος να συγκριθεί μαζί σου» του Πάριου να μην είναι «κινηματογραφικό»;