Το Σάββατο. Το Σάββατο ήταν κάποτε η πιο ωραία μέρα της εβδομάδας. Ήταν η μέρα χωρίς σχολείο. Ήταν η μέρα χωρίς ξυπνητήρι. Η μέρα των τηγανιτών αυγών. Η μέρα της ιππασίας. Η μέρα του club. Με άλλα λόγια η μέρα που όλες οι υπόλοιπες μέρες ήθελαν να γίνουν. Ήταν η απόλυτη μέρα-όπως η Βίσση ένα πράμα, αλλά καμιά σχέση.
Σήμερα το Σάββατο, όπως κάθε star της δεκαετίας του 90 έχει χάσει την παλιά του δόξα. Έχει μετατραπεί σε μέρα αγγαρείας. Στη μέρα της φασίνας, στη μέρα της μπουγάδας, στη μέρα του σουπερμάρκετ, στη μέρα που απλά υπάρχει για να συμπληρώνει τις ώρες που λείπουν από τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας. Η παλιά της αίγλη διακρίνεται εκεί γύρω στην ώρα που πέφτει ο ήλιος στο Θερμαϊκό. Εκείνες τις ώρες, που το σπίτι έχει καθαριστεί με το σύστημα «όσα βλέπει η πεθερά», εκείνες τις ώρες που καταριέμαι την απλώστρα μου που πιάνει όλο το χώρο μέσα στην κουζίνα μου και μακράν απέχει από τη διαφήμιση του απορρυπαντικού μου με τα λευκά σεντόνια απλωμένα σε απέραντα, καταπράσινα λιβάδια -όσο κι αν έψαξα μέσα στη συσκευασία δεν βρήκα κανένα λιβάδι-… Εκείνες τις ώρες που έχει κατέβει το καινούργιο επεισόδιο του Greys Anatomy και ετοιμάζομαι να το δω και με ψάχνει κάποιος για καφέ, τότε είναι που θυμάμαι το παλιό Σάββατο. Εκείνες τις ώρες είναι που κηρύσσω και επισήμως την αρχή της εβδομάδας.
Ένα τέτοιο Σάββατο, εκείνες τις ώρες, περπατούσαμε οι τρεις χάριτες στην παραλία. Ξεκινήσαμε από τον Λευκό Πύργο και κατευθυνόμασταν προς …Κατερίνη αλλά τελικά σταματήσαμε στο λιμάνι. Γυρίσαμε και πάλι στον Πύργο, στον οποίο είχε πια γίνει η υποστολή της σημαίας και μετά ξαναπήγαμε προς το λιμάνι. Είχαμε γίνει ένα εκκρεμές που μέσα στο πλήθος του κόσμου δεν το αντιλήφθηκε κανείς.
Το πρώτο συμπέρασμα της ημέρας ήταν όλοι αυτοί που περπατούσανε στην παραλία ήταν Παοκ, γιατί όλοι οι Αρειανοί είχαν κατέβει στας Αθήνας για να δουν τον τελικό. Το δεύτερο συμπέρασμα προέκυψε από τα δύο άκρα της πορείας μας. Τα δύο σημεία που θέσαμε εμείς, ή ο Εμπράρ σχεδιάζοντας την πόλη μετά την πυρκαγιά του 1917, ήταν τα δύο άκρα μια πορείας που είχε πολλές στάσεις, επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις. Τελικά τα δίπολα δεν είναι τίποτα άλλο από την πιο διακριτή επιβεβαίωση ότι διαβάζουμε τον κόσμο μέσα από τα όρια που εμείς οι ίδιοι θέτουμε. Ερμηνεύουμε καταστάσεις, νιώθουμε ότι κατέχουμε το θέμα αν επιλέξουμε το ένα ή το άλλο άκρο, είμαστε πιο ήσυχοι αν μπορούμε να βάλουμε κάποιον μέσα στον μυαλό μας ως «λιμάνι» ή ως «Λευκό Πύργο». Έχουμε ανάγκη να διακρίνουμε αν κάποιος είναι άντρας ή γυναίκα. Έχουμε ανάγκη να κατηγοριοποιούμε, να λέμε ναι και όχι, να ξεχωρίζουμε τη στεριά από τη θάλασσα, τη μέρα από τη νύχτα, το καλό από το κακό. Τα όρια, η αρχή και το τέλος, το πάνω και το κάτω, το δεξιά και το αριστερά, το καλό και το κακό, ο Λευκός Πύργος και το λιμάνι μας οριοθετούν μια γραμμή, μια πορεία, μια παραλία. Και ενώ το μοναδικό πραγματικό δίπολο -Παοκ ή Άρης- σ’ αυτήν την πόλη, που δεν σου επιτρέπει ενδιάμεσες καταστάσεις, σε όλα τα υπόλοιπα μπορείς να ακροβατείς κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους, κάπου ανάμεσα στην Δραγούμη και στην Αριστοτέλους, κάπου ανάμεσα στην Αγίας Σοφίας και τη Ναυαρίνου.
Τους δύο πόλους τους οριοθετούμε είτε εμείς, είτε επιλέγουμε να κρατήσουμε την οριοθέτηση που είχαν κάνει οι παλαιότεροι για μας. Σε μια εποχή όμως που πράγματα δεδομένα και αναμφισβήτητα, όπως τα δύο φύλα -στην κοινωνική τους υπόσταση- έχουν πια συγχωνευθεί ή σχεδόν χαθεί, πως μπορούμε να συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι που να ανήκει απόλυτα σε ένα άκρο; Το σίγουρο είναι ότι έχουμε ακόμη ανάγκη τα δίπολα ως εργαλεία κατανόησης και ενός είδους κατηγοριοποίησης των πραγμάτων. Στην αρχιτεκτονική πάντοτε θα μιλάμε για το δίπολο φως-σκιάς, κενού-πλήρους, εσωστρέφειας- εξωστρέφειας. Στους ανθρώπους πάντοτε θα αναφερόμαστε με προσωπικές αντωνυμίες που δείχνουν το φύλο. Στην θρησκεία θα μιλάμε για καλό και για κακό, στην πολιτική για δεξιά και αριστερά. Αυτό που μας επιτρέπει ή καλύτερα μας επιβάλλει η εποχή μας είναι να αποβάλουμε κάθε είδους απόλυτης ταύτισης με ένα από τα δύο άκρα και να συνειδητοποιήσουμε ότι η γραμμή που τα ενώνει είναι η πιο σημαντική, αφού εκεί βρίσκεται και η πραγματικότητα…
Υ.Γ. Ευχαριστώ: τις δύο χάριτες που περπάτησαν από την «αρχή» μέχρι το «τέλος» την παλιά παραλία μαζί μου- η μια με μια σακούλα Tupper στο χέρι που της τα επέστρεψε η άλλη μετά από τρεις μήνες- και ξεκίνησαν την κουβέντα περί δίπολα, τους άγνωστους που δεν μας άφησαν στιγμή χωρίς να ξέρουμε το σκορ του αγώνα, τους δύο δίδυμους παππούδες που μπαίνουν στις καφετέριες της πόλης και χαιρετάνε τον κόσμο και αντισταθμίζουν το άλλο άκρο, εμάς τους «φυσιολογικούς» που μας φαίνεται περίεργο να σε χαιρετάει ένας άγνωστος… και φυσικά το διπολικό μου Σάββατο- το πρωί γίνεται το τέλος της εβδομάδας και το βράδυ η αρχή τη επόμενης, κάνοντας τις υπόλοιπες μέρες τη γραμμή που ενώνει τα δύο αυτά χρονικά σημεία.

