
Σκέφτηκα να ξεκινήσω κάπως έτσι: έχουμε γίνει απάνθρωποι, εγωιστές, αλαζόνες, ανεπαρκείς, ρατσιστές, τσιγκούνηδες, βιαστές, σκοτώνουμε με την ίδια «δυσκολία» που τρώμε ένα παγωτό, πιστεύουμε στην υπεροχή μας ως όντα και ως προσωπικότητες με τρόπο που αποκλείει κάθε ενδεχόμενο να βάλουμε νερό στο κρασί μας…
Μετά σκέφτηκα να ψάξω στο Google, επειδή δεν είμαι σίγουρη αλλά κυρίως επειδή βαριέμαι να σηκωθώ να βρω το λεξικό μου, την ετυμολογία της λέξης «άνθρωπος». Πριν πατήσω το τελικό σίγμα της λέξης εμφανίστηκαν πιθανές εκδοχές αυτού που ήθελα να γράψω και δεν πίστευα ότι θα έβρισκα τόσες ωραίες παρομοιώσεις για το δίποδο ον που έχουμε καταντήσει. Καταρχήν φανταστείτε έναν άνθρωπο. Ακολούθως έναν άνθρωπο αμετακίνητο σαν ένα δέντρο, έναν άνθρωπο οκνηρό και απόλυτο σαν ένα ελέφαντα, έναν ανθρωπολόγο να μιλάει για το παρελθόν, ανθρώπους μονάχους και δυστυχισμένους, ανθρώπους και/σαν ποντίκια, ανθρώπους ανθρωποφάγους, άνθρωποι τέρατα…
Στη συνέχεια αποφάσισα ότι με ενοχλεί η τηλεόραση. Γύρισα να δω τι ήταν αυτό που έβλεπα/άκουγα και είδα μια τετράδα ιθαγενών να σκοτώσουν μια έγκυο γυναίκα για κάποιο λόγο και ένα συνεργείο λευκών να κινηματογραφεί το γεγονός. Βλέπω την σκηνή που μαχαιρώνουν την γυναίκα στην κοιλιά και της ξεριζώνουν το βρέφος. Το συνεργείο προσπαθεί να εκφράσει αηδία αλλά φαίνεται χαρούμενο και τότε συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μεταγλωττισμένο, κακής ποιότητας θρίλερ-μπορεί και τσόντας… τέτοια ώρα που είναι- που έχει να κάνει με κανίβαλους και μια φιλόδοξη δημοσιογράφο.
Την κλείνω και ανοίγω το facebook. Βλέπω ένα group στη μνήμη των τριών ατόμων που δολοφονήθηκαν από τη μολώτοφ στην τράπεζα σήμερα στην Αθήνα και συνδέω το γεγονός ότι η μια από τις κοπέλες ήταν έγκυος με τους κανίβαλους ιθαγενείς.
Αποφασίζω ότι πιέζομαι και πρέπει να δουλέψω. Σχεδιάζω τη σκάλα στην κάτοψη για να πάω το σχέδιο αύριο για εκτύπωση και σκέφτομαι τον φύλακα του πανεπιστημίου που μας ειδοποίησε να φύγουμε από τη σχολή αργά το απόγευμα γιατί είχε πέσει σύρμα από την αστυνομία ότι θα γίνουν επεισόδια και «κινδυνεύουμε». Σε ρόλο τρομοκρατημένου φοιτητή που έχει πέσει θύμα «φυσικής ή ανθρώπινης» καταστροφής και αφήνει το κτήριο και φεύγει, έφυγα. Το συναίσθημα της ηρεμίας πριν την καταιγίδα ενίσχυσαν οι αστυνομικοί που περιπολούσαν την πόλη. Το ότι θα ένιωθα τρομοκράτης και τρομοκρατημένη ταυτόχρονα δεν το είχα σκεφτεί σήμερα το πρωί που πήγαινα στη σχολή.
Αποφασίζω ότι θέλω να οργανώσω τις σκέψεις μου γιατί αύριο θα έρθουν άλλες πιο κατευθυνόμενες να τις αντικαταστήσουν, όπως τι θα φάω για μεσημέρι και που θα πάω για καφέ. Κάθομαι και γράφω. Συνεχίζω να αποσυντονίζομαι από άλλες σκέψεις και προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να αποδείξω σε μια φίλη ότι το κράτος οφείλει να είναι κράτος πρόνοιας και ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι πρωταρχικός στόχος του ανθρώπου είναι η δουλειά και ότι μόνο μέσω της οικονομικής προσφοράς θεωρούμαστε χρήσιμα μέλη για την κοινωνία. Ότι η ζωή ενός συνταξιούχου αξίζει σεβασμό και εξασφάλιση ακόμη και αν στα νιάτα του για κάποιο περίεργο φανταστικό λόγο δεν φαίνεται πουθενά να έχει δουλέψει έχοντας κάποιο είδος ασφάλισης. Καμιά περίπτωση ανθρώπου δεν είναι ίδια με την άλλη, ενώ όταν μιλάμε για κράτος πρόνοιας δεν εννοούμε να πληρώνονται οι αργόσχολοι και οι κατέχοντες.
Θυμάμαι μετά το καλύτερο πράγμα που άκουσα σήμερα. Την Dr Ruth καθώς έβλεπε τον Παπανδρέου να μιλά στη βουλή για τα επεισόδια και να λέει ότι «άλλο διαδήλωση και άλλο δολοφονία», να γυρίζει να μου λέει ότι θέλει να του στείλει ένα e-mail για να του εξηγήσει ότι ο κόσμος δεν θα ένιωθε αδικημένος με τα μέτρα αν έβλεπε ότι τιμωρούνται τουλάχιστον κάποιοι από τους υπαίτιους. Χαίρομαι και παρηγορώ τον εαυτό μου ότι μπορεί και να γεμίσουμε ένα λεωφορείο όσοι σκεφτόμαστε τόσο αθώα και «παραδοσιακά» και ότι υπάρχουν μερικοί που ίσως να ελπίζουν και σε σωτηρία.
Ζούμε σε ένα κόσμο, μια κοινωνία, ένα κράτος που γκρεμίζεται μέρα με τη μέρα σαν ντόμινο. Διερωτώμαι αν υπήρξε ποτέ στα αλήθεια κάτι που να διασφάλιζε την επιβίωση του είδους πάνω στον πλανήτη αν δεν είχαμε εφεύρει τις τύψεις και μετά την ύβρη τη νέμεση. Όλα τα συστήματα, οι θρησκείες, τα όργανα διοίκησης, οι θεσμοί, όλα αυτά τα φτιαχτά, όλα αυτά που τα θέσαμε για να ελέγξουμε τα κτηνώδη ένστικτα μας, έχουν χάσει κάθε ισχύ και επίδραση πάνω μας. Όταν ουσιαστικά έχουμε επέλθει σε μια κατάσταση άλογη, πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα επιστρέψουν οι παλιές μέρες; Πώς είμαστε σίγουροι ότι αυτές δεν είναι οι παλιές καλές μέρες και πως έτσι έπρεπε να ζει ο άνθρωπος; Να σκοτώνει ανελέητα, να κλέβει, να δωροδοκεί, να εκμεταλλεύεται όποιους μπορεί και να τον εκμεταλλεύονται άλλοι, να ζηλεύει και κυρίως να μην αισθάνεται, να μην έχει ιδανικά και να χάσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Πώς είμαστε σίγουροι ότι όπως βόλευε παλιά μερικούς να ελέγχουν την ανθρωπότητα μέσα από τη διδασκαλία της καλοσύνης και της αγάπης, ότι και τώρα δεν βολεύει τους ίδιους λίγους να διοικούν προκαλώντας το μίσος και την επαναφορά των ενστίκτων; Πώς είμαστε σίγουροι ότι υπήρξε έστω και ένας ιδεαλιστής άνθρωπος χωρίς προσωπικές φιλοδοξίες, ένας άνθρωπος που αγάπησε όχι για να τον αγαπήσουν, που κάποιοι πρόσφεραν οτιδήποτε χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα; Πώς είμαστε σίγουροι ότι όλα αυτά περί καλοσύνης, ανιδιοτελής, προσφοράς, δεν είναι παρά ένα παραμύθι απλά για να συνεχίζει το είδος να διαιωνίζεται ή να πλουτίζουν οι πιο ακόρεστοι όλων ή απλά για να κοροϊδευόμαστε ότι υπάρχει κάτι στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε αφού θα είναι πια αργά όταν επιτέλους μάθουμε τι γίνεται σε εκείνη την επόμενη φάση...










