Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Το κορίτσι είχε καστανά μεγάλα μάτια, ένα χαμόγελο που όλοι της έλεγαν πόσο ωραίο είναι αλλά δεν καταλάβαινε γιατί και ένα ωραίο κώλο, που καταλάβαινε γιατί γινόταν λόγος για αυτόν. Το αγόρι ήταν ψηλό και γεροδεμένο. Είχε πολύ σγουρά μαλλιά, σε σημείο που θύμιζαν ζουλού και ένα πολύ ωραίο χαμόγελο, για το οποίο δεν μπορούμε να σας πούμε με ακρίβεια τι σχόλια έχουν ακουστεί. Το κορίτσι μεγάλωσε και βρέθηκε σε μια πόλη να σπουδάζει. Ήταν μια πόλη γεμάτη σκουπίδια που θύμιζαν κάθε μέρα στο κορίτσι ότι οι άνθρωποι εκεί αν μη τι άλλο επέλεγαν να φάνε το περιεχόμενο και να πετάξουν την κονσέρβα ή το περιτύλιγμα. Το αγόρι βρέθηκε κι αυτό να σπουδάζει σε μια πόλη, η οποία όμως ήταν γεμάτη χαλαρούς ανθρώπους που είχαν όρεξη για διαμαρτυρίες και μπόλικες δωρεάν έντυπες εφημερίδες που θύμιζαν στο αγόρι ότι αυτή η πόλη έχει πολιτισμό.
Μια μέρα, ή ένα βράδυ καλύτερα, οι δύο αυτές παράλληλες πόλεις συναντήθηκαν και το κορίτσι συνάντησε το αγόρι. Το αγόρι και το κορίτσι γνωρίστηκαν αλλά είχε πολλά αγόρια και κορίτσια εκεί και έτσι η κουβέντα τους δεν έγινε προσωπική αλλά γενική για να ενταχθεί με αυτές των υπολοίπων. Το αγόρι άνοιγε συνέχεια καινούργια θέματα συζήτησης και είχε μια μανία να ρωτά τη γνώμη των άλλων για ζητήματα που αφορούσαν την εξέλιξη των ενστίκτων του ανθρωπίνου είδους και κατά πόσο καθορίζονταν από τις διάφορες προτροπές της κοινωνίας. Το κορίτσι αρκέστηκε σε κάτι παιχνίδια με τις λέξεις, που αν τις έλεγες σωστά σου επέτρεπαν να πάρεις το ψυγείο σου στο φεγγάρι.
Οι μέρες κύλησαν μετά από αυτή τη συνάντηση και το αγόρι και το κορίτσι ξεκίνησαν μια κουβέντα διαδικτυακά, η οποία όμως άνετα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρακτικά ενός σοβαρού συνεδρίου που ασχολείται με το γιατί οι γκρίζες τρίχες θεωρούνται γοητευτικές μόνο στους αντρικούς κροτάφους και όχι στους γυναικείους και κατά πόσο το μαύρο θεωρείται γήινο χρώμα. Τελικά προέκυψε ένα «πολύ» σημαντικό ζήτημα για το οποίο έπρεπε να βρεθούν από κοντά το αγόρι και το κορίτσι για να το συζητήσουν. Φυσικά η συζήτησή τους ξέφυγε από το «πολύ» σημαντικό θέμα και κατέληξαν να γνωρίζονται καλύτερα και να βλέπουν την πόλη μέσα από τα μάτια του άλλου. Το αγόρι και το κορίτσι ξαναβρέθηκαν μετά από λίγες μέρες για να πάνε να δουν μια ταινία που είχε να κάνει με ένα Δαμοκλή και κάτι πατάτες αλλά κατέληξε να είναι μια «πατάτα», κυρίως λόγω της ερμηνείας μιας δίμετρης «παράξενα όμορφης» καλλονής, όπως την χαρακτήρισε το αγόρι. Εντωμεταξύ μεσολάβησαν κι άλλες συναντήσεις μεταξύ τους, είτε μόνοι τους είτε με τα υπόλοιπα κορίτσια και αγόρια και το δικό μας κορίτσι άρχισε να νιώθει πιο οικεία με το αγόρι-του έμαθε πώς να ξεχωρίζει τον άνηθο από τον μαϊντανό- και το αγόρι να γελάει ακόμη πιο πολύ με το περίεργο χιούμορ του κοριτσιού, όπως π.χ. όταν στην ερώτηση ποια είναι η σχέση σου με τη μοναξιά ήθελε διευκρίνιση αν πρέπει να την ορίσει ως «αδελφική» ή «συζυγική» για να του απαντήσει στο ερώτημά του.
Κάποια στιγμή το κορίτσι άρχισε να φαίνεται ως γυναίκα στα μάτια του αγοριού και το αγόρι έκανε και το κορίτσι να τον δει σαν άντρα. Εκεί λοιπόν ξεκινάει και η ιστορία μας….
Ο άντρας πια άρχισε να δείχνει πόσο ενθουσιάζεται με τη γυναίκα και η γυναίκα ξεκίνησε να τον ιντρικάρει κάνοντας την κοσμοθεωρία του να δίνει κάθε φορά που την έβλεπε τουλάχιστον δύο τούμπες. Της γυναίκας της άρεσε να τον βλέπει να σκέφτεται τόσο πολύ και να συμφωνεί και χαιρότανε όταν τελικά της αποδείκνυε ότι είχε λάθος στις απόψεις της. Η γυναίκα όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι κατά βάθος ήταν ένα κορίτσι και δεν μπορούσε να σταματήσει να ξεφουρνίζει κάθε λίγο όσα σκέφτεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και να φοβάται που άρχισε να μπαίνει για τα καλά στον κόσμο των μεγάλων, ο οποίος ήδη της είχε δώσει κάποια άσχημα δείγματα. Ο άντρας από την άλλη, επίσης μη μπορώντας να αφήσει πίσω την εποχή που ήταν αγόρι δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί όσα του είπε το κορίτσι και αντέδρασε σαν αγόρι που πιστεύει ότι έχει βρει πως θέλει να είναι η ζωή του και δεν ταυτίζεται με αυτό που θέλει να είναι η ζωή του κοριτσιού.
Το περίεργο αυτής της μικρής ιστορίας είναι ότι παρόλο που ο άντρας αρνιόταν να παίζει συστηματικά το ρόλο του «άντρα» όπως αυτόν είχε καθορίσει το μικρό χωριό από το οποίο κατάγεται αλλά και ο τρόπος που έχει εξελιχτεί η ανθρώπινη καπιταλιστική κοινωνία μέσα από το πέρασμα του χρόνου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίστηκε με αυτό το ρόλο. Θεώρησε ότι η γυναίκα πάει να κλέψει αυτό που με τόσο κόπο κατάφερε να αποκτήσει, την ελευθερία του, και να του ξαναφορτώσει αυτό που του έκανε κακό και είχε απαλλαγεί, τη ζήλια. Η γυναίκα από την άλλη, η οποία μέχρι τώρα έτρωγε ασταμάτητα τα πατατάκια και τα φιστίκια όποτε πήγαινε για ποτό με τον άντρα -πιθανότατα από λαιμαργία- είχε πείσει τον άντρα ότι βρίσκεται κι αυτή μακριά από την ανορεξική εικόνα της σύγχρονης «αντρικής» γυναίκας και σκεφτόταν με το δικό της τρόπο. Ο τρόπος σκέψης της σίγουρα δεν ανήκει στον σύγχρονο τρόπο σκέψης της «αντρικής» γυναίκας, που τόσο απεχθάνεται ο άντρας της ιστορίας μας, αλλά ανήκει σε μια πιο ρομαντική εποχή, κάπου ανάμεσα στους μικρούς πρίγκιπες και τη γοργόνα Άριελ στα κινούμενα σχέδια με τον υπερμεγέθη ιππόκαμπο που της έκανε παρέα.
Για να κλείσουμε το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας με λίγο μυστήριο, εφόσον δεν είμαστε ακόμη σε θέση να γνωρίζουμε πόσα ακόμη θα υπάρξουν, θα σας πούμε ότι υπάρχει ένας γρίφος που πρέπει να λύσουν το αγόρι και το κορίτσι για να βρεθούν και πάλι στη ίδια πόλη. Ο άντρας πρέπει να συνειδητοποιήσει αν τελικά ίσως ψάχνει μια γυναίκα με το σύγχρονο «ερμαφρόδιτο» τρόπο σκέψης α λα sex and the city, ενώ το κορίτσι να καταλάβει ότι ως γυναίκα πια δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να της εγγυηθεί ασφάλεια και είναι δυνατή να πάρει μεγαλύτερα ρίσκα στη ζωή της, εκτός από τα 3 ευρώ που δίνει στο τζόκερ, γιατί όπως έλεγε κι εκείνη η διαφήμιση: …κι αν σου κάτσει;;;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου