6 Μαΐου 2010

Άνθρωπος





Σκέφτηκα να ξεκινήσω κάπως έτσι: έχουμε γίνει απάνθρωποι, εγωιστές, αλαζόνες, ανεπαρκείς, ρατσιστές, τσιγκούνηδες, βιαστές, σκοτώνουμε με την ίδια «δυσκολία» που τρώμε ένα παγωτό, πιστεύουμε στην υπεροχή μας ως όντα και ως προσωπικότητες με τρόπο που αποκλείει κάθε ενδεχόμενο να βάλουμε νερό στο κρασί μας…  

Μετά σκέφτηκα να ψάξω στο Google, επειδή δεν είμαι σίγουρη αλλά κυρίως επειδή βαριέμαι να σηκωθώ να βρω το λεξικό μου, την ετυμολογία της λέξης «άνθρωπος». Πριν πατήσω το τελικό σίγμα της λέξης εμφανίστηκαν πιθανές εκδοχές αυτού που ήθελα να γράψω και δεν πίστευα ότι θα έβρισκα τόσες ωραίες παρομοιώσεις για το δίποδο ον που έχουμε καταντήσει. Καταρχήν φανταστείτε έναν άνθρωπο. Ακολούθως έναν άνθρωπο αμετακίνητο σαν ένα δέντρο, έναν άνθρωπο οκνηρό και απόλυτο σαν ένα ελέφαντα, έναν ανθρωπολόγο να μιλάει για το παρελθόν, ανθρώπους μονάχους και δυστυχισμένους, ανθρώπους και/σαν ποντίκια, ανθρώπους ανθρωποφάγους, άνθρωποι τέρατα…

Στη συνέχεια αποφάσισα ότι με ενοχλεί η τηλεόραση. Γύρισα να δω τι ήταν αυτό που έβλεπα/άκουγα και είδα μια τετράδα ιθαγενών να σκοτώσουν μια έγκυο γυναίκα για κάποιο λόγο και ένα συνεργείο λευκών να κινηματογραφεί το γεγονός. Βλέπω την σκηνή που μαχαιρώνουν την γυναίκα στην κοιλιά και της ξεριζώνουν το βρέφος. Το συνεργείο προσπαθεί να εκφράσει αηδία αλλά φαίνεται χαρούμενο και τότε συνειδητοποιώ ότι πρόκειται για μεταγλωττισμένο, κακής ποιότητας θρίλερ-μπορεί και τσόντας… τέτοια ώρα που είναι-  που έχει να κάνει με κανίβαλους και μια φιλόδοξη δημοσιογράφο. 

Την κλείνω και ανοίγω το facebook. Βλέπω ένα group στη μνήμη των τριών ατόμων που δολοφονήθηκαν από τη μολώτοφ στην τράπεζα σήμερα στην Αθήνα και συνδέω το γεγονός ότι η μια από τις κοπέλες ήταν έγκυος με τους κανίβαλους ιθαγενείς. 

Αποφασίζω ότι πιέζομαι και πρέπει να δουλέψω. Σχεδιάζω τη σκάλα στην κάτοψη για να πάω το σχέδιο αύριο για εκτύπωση και σκέφτομαι τον φύλακα του πανεπιστημίου που μας ειδοποίησε να φύγουμε από τη σχολή αργά το απόγευμα γιατί είχε πέσει σύρμα από την αστυνομία ότι θα γίνουν επεισόδια και «κινδυνεύουμε». Σε ρόλο τρομοκρατημένου φοιτητή που έχει πέσει θύμα «φυσικής ή ανθρώπινης» καταστροφής και αφήνει το κτήριο και φεύγει, έφυγα. Το συναίσθημα της ηρεμίας πριν την καταιγίδα ενίσχυσαν οι αστυνομικοί που περιπολούσαν την πόλη. Το ότι θα ένιωθα τρομοκράτης και τρομοκρατημένη ταυτόχρονα δεν το είχα σκεφτεί σήμερα το πρωί που πήγαινα στη σχολή.

Αποφασίζω ότι θέλω να οργανώσω τις σκέψεις μου γιατί αύριο θα έρθουν άλλες πιο κατευθυνόμενες να τις αντικαταστήσουν, όπως τι θα φάω για μεσημέρι και που θα πάω για καφέ. Κάθομαι και γράφω. Συνεχίζω να αποσυντονίζομαι από άλλες σκέψεις και προσπαθώ να βρω ένα τρόπο να αποδείξω σε μια φίλη ότι το κράτος οφείλει να είναι κράτος πρόνοιας και ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι πρωταρχικός στόχος του ανθρώπου είναι η δουλειά και ότι μόνο μέσω της οικονομικής προσφοράς θεωρούμαστε χρήσιμα μέλη για την κοινωνία. Ότι η ζωή ενός συνταξιούχου αξίζει σεβασμό και εξασφάλιση ακόμη και αν στα νιάτα του για κάποιο περίεργο φανταστικό λόγο δεν φαίνεται πουθενά να έχει δουλέψει έχοντας κάποιο είδος ασφάλισης. Καμιά περίπτωση ανθρώπου δεν είναι ίδια με την άλλη, ενώ όταν μιλάμε για κράτος πρόνοιας δεν εννοούμε να πληρώνονται οι αργόσχολοι και οι κατέχοντες. 

Θυμάμαι μετά το καλύτερο πράγμα που άκουσα σήμερα. Την Dr Ruth καθώς έβλεπε τον Παπανδρέου να μιλά στη βουλή για τα επεισόδια και να λέει ότι «άλλο διαδήλωση και άλλο δολοφονία», να γυρίζει να μου λέει ότι θέλει να του στείλει ένα e-mail για να του εξηγήσει ότι ο κόσμος δεν θα ένιωθε αδικημένος με τα μέτρα αν έβλεπε ότι τιμωρούνται τουλάχιστον κάποιοι από τους υπαίτιους. Χαίρομαι και παρηγορώ τον εαυτό μου ότι μπορεί και να γεμίσουμε ένα λεωφορείο όσοι σκεφτόμαστε τόσο αθώα και «παραδοσιακά» και ότι υπάρχουν μερικοί που ίσως να ελπίζουν και σε σωτηρία.

Ζούμε σε ένα κόσμο, μια κοινωνία, ένα κράτος που γκρεμίζεται μέρα με τη μέρα σαν ντόμινο. Διερωτώμαι αν υπήρξε ποτέ στα αλήθεια κάτι που να διασφάλιζε την επιβίωση του είδους πάνω στον πλανήτη αν δεν είχαμε εφεύρει τις τύψεις και μετά την ύβρη τη νέμεση. Όλα τα συστήματα, οι θρησκείες, τα όργανα διοίκησης, οι θεσμοί, όλα αυτά τα φτιαχτά, όλα αυτά που τα θέσαμε για να ελέγξουμε τα κτηνώδη ένστικτα μας, έχουν χάσει κάθε ισχύ και επίδραση πάνω μας. Όταν ουσιαστικά έχουμε επέλθει σε μια κατάσταση άλογη, πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα επιστρέψουν οι παλιές μέρες; Πώς είμαστε σίγουροι ότι αυτές δεν είναι οι παλιές καλές μέρες και πως έτσι έπρεπε να ζει ο άνθρωπος; Να σκοτώνει ανελέητα, να κλέβει, να δωροδοκεί, να εκμεταλλεύεται όποιους μπορεί και να τον εκμεταλλεύονται άλλοι, να ζηλεύει και κυρίως να μην αισθάνεται, να μην έχει ιδανικά και να χάσει κάθε ίχνος ανθρωπιάς. Πώς είμαστε σίγουροι ότι όπως βόλευε παλιά μερικούς να ελέγχουν την ανθρωπότητα μέσα από τη διδασκαλία της καλοσύνης και της αγάπης, ότι και τώρα δεν βολεύει τους ίδιους λίγους να διοικούν προκαλώντας το μίσος και την επαναφορά των ενστίκτων; Πώς είμαστε σίγουροι ότι υπήρξε έστω και ένας ιδεαλιστής άνθρωπος χωρίς προσωπικές φιλοδοξίες, ένας άνθρωπος που αγάπησε όχι για να τον αγαπήσουν, που κάποιοι πρόσφεραν οτιδήποτε χωρίς να περιμένουν ανταλλάγματα; Πώς είμαστε σίγουροι ότι όλα αυτά περί καλοσύνης, ανιδιοτελής, προσφοράς, δεν είναι παρά ένα παραμύθι απλά για να συνεχίζει το είδος να διαιωνίζεται ή να πλουτίζουν οι πιο ακόρεστοι όλων ή απλά για να κοροϊδευόμαστε ότι υπάρχει κάτι στο οποίο μπορούμε να  ελπίζουμε αφού θα είναι πια αργά όταν επιτέλους μάθουμε τι γίνεται σε εκείνη την επόμενη φάση...  

25 Απριλίου 2010

Δίπολα

Το Σάββατο. Το Σάββατο ήταν κάποτε η πιο ωραία μέρα της εβδομάδας. Ήταν η μέρα χωρίς σχολείο. Ήταν η μέρα χωρίς ξυπνητήρι. Η μέρα των τηγανιτών αυγών. Η μέρα της ιππασίας. Η μέρα του club. Με άλλα λόγια η μέρα που όλες οι υπόλοιπες μέρες ήθελαν να γίνουν. Ήταν η απόλυτη μέρα-όπως η Βίσση ένα πράμα, αλλά καμιά σχέση.

Σήμερα το Σάββατο, όπως κάθε star της δεκαετίας του 90 έχει χάσει την παλιά του δόξα. Έχει μετατραπεί σε μέρα αγγαρείας. Στη μέρα της φασίνας, στη μέρα της μπουγάδας, στη μέρα του σουπερμάρκετ, στη μέρα που απλά υπάρχει για να συμπληρώνει τις ώρες που λείπουν από τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας. Η παλιά της αίγλη διακρίνεται εκεί γύρω στην ώρα που πέφτει ο ήλιος στο Θερμαϊκό. Εκείνες τις ώρες, που το σπίτι έχει καθαριστεί με το σύστημα «όσα βλέπει η πεθερά», εκείνες τις ώρες που καταριέμαι την απλώστρα μου που πιάνει όλο το χώρο μέσα στην κουζίνα μου και μακράν απέχει από τη διαφήμιση του απορρυπαντικού μου με τα λευκά σεντόνια απλωμένα σε απέραντα, καταπράσινα λιβάδια -όσο κι αν έψαξα μέσα στη συσκευασία δεν βρήκα κανένα λιβάδι-… Εκείνες τις ώρες που έχει κατέβει το καινούργιο επεισόδιο του Greys Anatomy και ετοιμάζομαι να το δω και με ψάχνει κάποιος για καφέ, τότε είναι που θυμάμαι το παλιό Σάββατο. Εκείνες τις ώρες είναι που κηρύσσω και επισήμως την αρχή της εβδομάδας.

Ένα τέτοιο Σάββατο, εκείνες τις ώρες, περπατούσαμε οι τρεις χάριτες στην παραλία. Ξεκινήσαμε από τον Λευκό Πύργο και κατευθυνόμασταν προς …Κατερίνη αλλά τελικά σταματήσαμε στο λιμάνι. Γυρίσαμε και πάλι στον Πύργο, στον οποίο είχε πια γίνει η υποστολή της σημαίας και μετά ξαναπήγαμε προς το λιμάνι. Είχαμε γίνει ένα εκκρεμές που μέσα στο πλήθος του κόσμου δεν το αντιλήφθηκε κανείς. 

Το πρώτο συμπέρασμα της ημέρας ήταν όλοι αυτοί που περπατούσανε στην παραλία ήταν Παοκ, γιατί όλοι οι Αρειανοί είχαν κατέβει στας Αθήνας για να δουν τον τελικό. Το δεύτερο συμπέρασμα προέκυψε από τα δύο άκρα της πορείας μας. Τα δύο σημεία που θέσαμε εμείς, ή ο Εμπράρ σχεδιάζοντας την πόλη μετά την πυρκαγιά του 1917, ήταν τα δύο άκρα μια πορείας που είχε πολλές στάσεις, επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις. Τελικά τα δίπολα δεν είναι τίποτα άλλο από την πιο διακριτή επιβεβαίωση ότι διαβάζουμε τον κόσμο μέσα από τα όρια που εμείς οι ίδιοι θέτουμε. Ερμηνεύουμε καταστάσεις, νιώθουμε ότι κατέχουμε το θέμα αν επιλέξουμε το ένα ή το άλλο άκρο, είμαστε πιο ήσυχοι αν μπορούμε να βάλουμε κάποιον μέσα στον μυαλό μας ως «λιμάνι» ή ως «Λευκό Πύργο».  Έχουμε ανάγκη να διακρίνουμε αν κάποιος είναι άντρας ή γυναίκα. Έχουμε ανάγκη να κατηγοριοποιούμε, να λέμε ναι και όχι, να ξεχωρίζουμε τη στεριά από τη θάλασσα, τη μέρα από τη νύχτα, το καλό από το κακό. Τα όρια, η αρχή και το τέλος, το πάνω και το κάτω, το δεξιά και το αριστερά, το καλό και το κακό, ο Λευκός Πύργος και το λιμάνι μας οριοθετούν μια γραμμή, μια πορεία, μια παραλία. Και ενώ το μοναδικό πραγματικό δίπολο -Παοκ ή Άρης- σ’ αυτήν την πόλη, που δεν σου επιτρέπει ενδιάμεσες καταστάσεις, σε όλα τα υπόλοιπα μπορείς να ακροβατείς κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους, κάπου ανάμεσα στην Δραγούμη και στην Αριστοτέλους, κάπου ανάμεσα στην Αγίας Σοφίας και τη Ναυαρίνου.

Τους δύο πόλους τους οριοθετούμε είτε εμείς, είτε επιλέγουμε να κρατήσουμε την οριοθέτηση που είχαν κάνει οι παλαιότεροι για μας. Σε μια εποχή όμως που πράγματα δεδομένα και αναμφισβήτητα, όπως τα δύο φύλα -στην κοινωνική τους υπόσταση- έχουν πια συγχωνευθεί ή σχεδόν χαθεί, πως μπορούμε να συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάτι που να ανήκει απόλυτα σε ένα άκρο; Το σίγουρο είναι ότι έχουμε ακόμη ανάγκη τα δίπολα ως εργαλεία κατανόησης και ενός είδους κατηγοριοποίησης των πραγμάτων. Στην αρχιτεκτονική πάντοτε θα μιλάμε για το δίπολο φως-σκιάς, κενού-πλήρους, εσωστρέφειας- εξωστρέφειας. Στους ανθρώπους πάντοτε θα αναφερόμαστε με προσωπικές αντωνυμίες που δείχνουν το φύλο. Στην θρησκεία θα μιλάμε για καλό και για κακό, στην πολιτική για δεξιά και αριστερά. Αυτό που μας επιτρέπει ή καλύτερα μας επιβάλλει η εποχή μας είναι να αποβάλουμε κάθε είδους απόλυτης ταύτισης με ένα από τα δύο άκρα και να  συνειδητοποιήσουμε ότι η γραμμή που τα ενώνει είναι η πιο σημαντική, αφού εκεί βρίσκεται και η πραγματικότητα…

Υ.Γ. Ευχαριστώ: τις δύο χάριτες που περπάτησαν από την «αρχή» μέχρι το «τέλος» την παλιά παραλία μαζί μου- η μια με μια σακούλα Tupper στο χέρι που της τα επέστρεψε η άλλη μετά από τρεις μήνες- και ξεκίνησαν την κουβέντα περί δίπολα, τους άγνωστους που δεν μας άφησαν στιγμή χωρίς να ξέρουμε το σκορ του αγώνα, τους δύο δίδυμους παππούδες που μπαίνουν στις καφετέριες της πόλης και χαιρετάνε τον κόσμο και αντισταθμίζουν το άλλο άκρο, εμάς τους «φυσιολογικούς» που μας φαίνεται περίεργο να σε χαιρετάει ένας άγνωστος… και φυσικά το διπολικό μου Σάββατο-  το πρωί γίνεται το τέλος της εβδομάδας και το βράδυ η αρχή τη επόμενης, κάνοντας τις υπόλοιπες μέρες τη γραμμή που ενώνει τα δύο αυτά χρονικά σημεία.

3 Μαρτίου 2010

Μια φορά κι ένα καιρό σε μια παράλληλη πόλη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι. Το κορίτσι είχε καστανά μεγάλα μάτια, ένα χαμόγελο που όλοι της έλεγαν πόσο ωραίο είναι αλλά δεν καταλάβαινε γιατί και ένα ωραίο κώλο, που καταλάβαινε γιατί γινόταν λόγος για αυτόν. Το αγόρι ήταν ψηλό και γεροδεμένο. Είχε πολύ σγουρά μαλλιά, σε σημείο που θύμιζαν ζουλού και ένα πολύ ωραίο χαμόγελο, για το οποίο δεν μπορούμε να σας πούμε με ακρίβεια τι σχόλια έχουν ακουστεί. Το κορίτσι μεγάλωσε και βρέθηκε σε μια πόλη να σπουδάζει. Ήταν μια πόλη γεμάτη σκουπίδια που θύμιζαν κάθε μέρα στο κορίτσι ότι οι άνθρωποι εκεί αν μη τι άλλο επέλεγαν να φάνε το περιεχόμενο και να πετάξουν την κονσέρβα ή το περιτύλιγμα. Το αγόρι βρέθηκε κι αυτό να σπουδάζει σε μια πόλη, η οποία όμως ήταν γεμάτη χαλαρούς ανθρώπους που είχαν όρεξη για διαμαρτυρίες και μπόλικες δωρεάν έντυπες εφημερίδες που θύμιζαν στο αγόρι ότι αυτή η πόλη έχει πολιτισμό.

Μια μέρα, ή ένα βράδυ καλύτερα, οι δύο αυτές παράλληλες πόλεις συναντήθηκαν και το κορίτσι συνάντησε το αγόρι. Το αγόρι και το κορίτσι γνωρίστηκαν αλλά είχε πολλά αγόρια και κορίτσια εκεί και έτσι η κουβέντα τους δεν έγινε προσωπική αλλά γενική για να ενταχθεί με αυτές των υπολοίπων. Το αγόρι άνοιγε συνέχεια καινούργια θέματα συζήτησης και είχε μια μανία να ρωτά τη γνώμη των άλλων για ζητήματα που αφορούσαν την εξέλιξη των ενστίκτων του ανθρωπίνου είδους και κατά πόσο καθορίζονταν από τις διάφορες προτροπές της κοινωνίας. Το κορίτσι αρκέστηκε σε κάτι παιχνίδια με τις λέξεις, που αν τις έλεγες σωστά σου επέτρεπαν να πάρεις το ψυγείο σου στο φεγγάρι.

Οι μέρες κύλησαν μετά από αυτή τη συνάντηση και το αγόρι και το κορίτσι ξεκίνησαν μια κουβέντα διαδικτυακά, η οποία όμως άνετα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως πρακτικά ενός σοβαρού συνεδρίου που ασχολείται με το γιατί οι γκρίζες τρίχες θεωρούνται γοητευτικές μόνο στους αντρικούς κροτάφους και όχι στους γυναικείους και κατά πόσο το μαύρο θεωρείται γήινο χρώμα. Τελικά προέκυψε ένα «πολύ» σημαντικό ζήτημα για το οποίο έπρεπε να βρεθούν από κοντά το αγόρι και το κορίτσι για να το συζητήσουν. Φυσικά η συζήτησή τους ξέφυγε από το «πολύ» σημαντικό θέμα και κατέληξαν να γνωρίζονται καλύτερα και να βλέπουν την πόλη μέσα από τα μάτια του άλλου. Το αγόρι και το κορίτσι ξαναβρέθηκαν μετά από λίγες μέρες για να πάνε να δουν μια ταινία που είχε να κάνει με ένα Δαμοκλή και κάτι πατάτες αλλά κατέληξε να είναι μια «πατάτα», κυρίως λόγω της ερμηνείας μιας δίμετρης «παράξενα όμορφης» καλλονής, όπως την χαρακτήρισε το αγόρι. Εντωμεταξύ μεσολάβησαν κι άλλες συναντήσεις μεταξύ τους, είτε μόνοι τους είτε με τα υπόλοιπα κορίτσια και αγόρια και το δικό μας κορίτσι άρχισε να νιώθει πιο οικεία με το αγόρι-του έμαθε πώς να ξεχωρίζει τον άνηθο από τον μαϊντανό- και το αγόρι να γελάει ακόμη πιο πολύ με το περίεργο χιούμορ του κοριτσιού, όπως π.χ. όταν στην ερώτηση ποια είναι η σχέση σου με τη μοναξιά ήθελε διευκρίνιση αν πρέπει να την ορίσει ως «αδελφική» ή «συζυγική» για να του απαντήσει στο ερώτημά του.

Κάποια στιγμή το κορίτσι άρχισε να φαίνεται ως γυναίκα στα μάτια του αγοριού και το αγόρι έκανε και το κορίτσι να τον δει σαν άντρα. Εκεί λοιπόν ξεκινάει και η ιστορία μας….

Ο άντρας πια άρχισε να δείχνει πόσο ενθουσιάζεται με τη γυναίκα και η γυναίκα ξεκίνησε να τον ιντρικάρει κάνοντας την κοσμοθεωρία του να δίνει κάθε φορά που την έβλεπε τουλάχιστον δύο τούμπες. Της γυναίκας της άρεσε να τον βλέπει να σκέφτεται τόσο πολύ και να συμφωνεί και χαιρότανε όταν τελικά της αποδείκνυε ότι είχε λάθος στις απόψεις της. Η γυναίκα όμως δεν μπορούσε να ξεχάσει ότι κατά βάθος ήταν ένα κορίτσι και δεν μπορούσε να σταματήσει να ξεφουρνίζει κάθε λίγο όσα σκέφτεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια και να φοβάται που άρχισε να μπαίνει για τα καλά στον κόσμο των μεγάλων, ο οποίος ήδη της είχε δώσει κάποια άσχημα δείγματα. Ο άντρας από την άλλη, επίσης μη μπορώντας να αφήσει πίσω την εποχή που ήταν αγόρι δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί όσα του είπε το κορίτσι και αντέδρασε σαν αγόρι που πιστεύει ότι έχει βρει πως θέλει να είναι η ζωή του και δεν ταυτίζεται με αυτό που θέλει να είναι η ζωή του κοριτσιού.

Το περίεργο αυτής της μικρής ιστορίας είναι ότι παρόλο που ο άντρας αρνιόταν να παίζει συστηματικά το ρόλο του «άντρα» όπως αυτόν είχε καθορίσει το μικρό χωριό από το οποίο κατάγεται αλλά και ο τρόπος που έχει εξελιχτεί η ανθρώπινη καπιταλιστική κοινωνία μέσα από το πέρασμα του χρόνου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίστηκε με αυτό το ρόλο. Θεώρησε ότι η γυναίκα πάει να κλέψει αυτό που με τόσο κόπο κατάφερε να αποκτήσει, την ελευθερία του, και να του ξαναφορτώσει αυτό που του έκανε κακό και είχε απαλλαγεί, τη ζήλια. Η γυναίκα από την άλλη, η οποία μέχρι τώρα έτρωγε ασταμάτητα τα πατατάκια και τα φιστίκια όποτε πήγαινε για ποτό με τον άντρα -πιθανότατα από λαιμαργία- είχε πείσει τον άντρα ότι βρίσκεται κι αυτή μακριά από την ανορεξική εικόνα της σύγχρονης «αντρικής» γυναίκας και σκεφτόταν με το δικό της τρόπο. Ο τρόπος σκέψης της σίγουρα δεν ανήκει στον σύγχρονο τρόπο σκέψης της «αντρικής» γυναίκας, που τόσο απεχθάνεται ο άντρας της ιστορίας μας, αλλά ανήκει σε μια πιο ρομαντική εποχή, κάπου ανάμεσα στους μικρούς πρίγκιπες και τη γοργόνα Άριελ στα κινούμενα σχέδια με τον υπερμεγέθη ιππόκαμπο που της έκανε παρέα.

Για να κλείσουμε το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας με λίγο μυστήριο, εφόσον δεν είμαστε ακόμη σε θέση να γνωρίζουμε πόσα ακόμη θα υπάρξουν, θα σας πούμε ότι υπάρχει ένας γρίφος που πρέπει να λύσουν το αγόρι και το κορίτσι για να βρεθούν και πάλι στη ίδια πόλη. Ο άντρας πρέπει να συνειδητοποιήσει αν τελικά ίσως ψάχνει  μια γυναίκα με το σύγχρονο «ερμαφρόδιτο» τρόπο σκέψης α λα sex and the city, ενώ το κορίτσι να καταλάβει ότι ως γυναίκα πια δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να της εγγυηθεί ασφάλεια και είναι δυνατή να πάρει μεγαλύτερα ρίσκα στη ζωή της, εκτός από τα 3 ευρώ που δίνει στο τζόκερ, γιατί όπως έλεγε κι εκείνη η διαφήμιση: …κι αν σου κάτσει;;;

23 Φεβρουαρίου 2010

Συμβουλές προς ένα φίλο...

Και να που ο έρωτας κάπου τελειώνει.
Να που η ζωή σταματάει να είναι ένα μιούζικαλ.
Να που έρχεται η ώρα που ξαναγίνεσαι σαν όλους εμάς.

Η αέναη αναζήτηση είχε σταματήσει προ πολλού για σένα.
Είχες βρει αυτό που έψαχνες και ζούσες για αυτό.
Είχες διπλές ανάγκες να καλύπτεις.
Εκείνες που είχαν προτεραιότητα δεν ήταν δικές σου.
Είχες γίνει αυτό που ήθελε ο άλλος
ή τουλάχιστον νόμιζε ο άλλος ότι ήθελε.
Και όντως αυτό ήθελε, τότε.

Ήσουν εκεί ολόκληρος και νόμιζες ότι ήταν αμοιβαίο.
Και ήταν.

Πώς να καταλάβεις ότι ο άλλος άλλαξε;
Πώς να καταλάβεις ότι δεν έκανες κάτι εσύ;
Πώς να καταλάβεις ότι δεν μπορούσες να κάνεις κάτι αλλιώς;

Κι ύστερα, πώς να μπεις στη διαδικασία που άφησες;
Πώς να γίνεις ξανά, αυτό που ήσουν παλιά;
Πώς να γίνεις ξανά κυνηγός;
Το θήραμα ήταν καλό.
Ήταν το τέλειο- ή πίστεψες με τον καιρό ότι ήταν το τέλειο.
Πίστεψες ότι θα σε κρατούσε για πάντα,
ότι δεν θα χρειαζόταν ξανά να μείνεις μόνος.

Εξήγηση δεν πήρες, αρκέστηκες σε κάποια μισόλογα.
Ζητάς από άλλους να απαντήσουν το γιατί…
Ένα γιατί που δεν υπάρχει…
Ένα γιατί, που μάλλον αναπάντητο θα μείνει.
Είναι σημαντικό για σένα να βρεις απαντήσεις,
να διορθώσεις το λάθος,
αλλά αυτό το λάθος δεν ήταν δικό σου για να το διορθώσεις.

Τα συναισθήματα είναι άνθρωποι κι αυτά.
Δεν ελέγχονται για πολύ καιρό.
Κάνουν αυτό που θέλουν στην αρχή,
φουντώνουν στη συνέχεια,
μετά κάνουν υπομονή για χάρη σου
μέχρι μια μέρα να σκάσουν.

Σε έπνιξαν και σε ανάγκασαν να φύγεις,
να αφήσεις τα καλά σου πίσω και να βγεις έξω, μόνη.

Να πάς εκεί που εσύ δεν θες να πας…

6 Φεβρουαρίου 2010

Χόρτα-φέτα-κεφτέδες...

Τσικνοπέμπτη. Στη γκαρσονιέρα εισβάλει η γειτονική τσίκνα από τις 11 το πρωί και κάθε προσπάθεια να πιεις ένα ‘χορτοφαγικό’ καφέ μάταιη… Πέρνα η τσικνομέρα και φτάνει το τσικνοβράδυ…
  
Β(γ)άζουν όλοι τις μάσκες και γίνεται χαμός στην πόλη. Έχουν ξεκληριστεί γενιές και γενιές χοίρων,  όρνεων και …σερβιτόρων, ενώ τραπέζι σε ταβέρνα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Παρά την επιμονή μου να κατευθυνθούμε προς ψαροταβέρνα -μέρα που είναι- συνεχίζουμε την αέναη αναζήτηση για να ‘τσικνίσουμε’. Σαν γνήσιοι εναλλακτικοί τύποι -λέμε τώρα-, λίγο η απελπισία, λίγο η αναλαμπή της Ελένης, καταλήγουμε στον ‘καφενέ του Σωτήρη’. Μαγικό! Βρήκαμε τον μοναδικό τόπο της πόλης που δεν ήταν Τσικνοπέμπτη. Θύμιζε ένα πράμα…μεσημέρι Δευτέρας να το πω; Στέκι Γάλλων ιμπρεσιονιστών να το πω; Σημείο διανομής αντί-κατοχικών προκηρύξεων και οργανώσεως επαναστατικών συλλαλητηρίων να το πω; Πάντως Τσικνοπέμπτη του 2010 δεν ήταν σίγουρα….

Ο καφενές ήταν καλά κρυμμένος μέσα σε μια στοά και από τον δρόμο δεν έβλεπες τίποτα γιατί κάτι μεγάλες γυψοσανίδες κρύβανε τον κόσμο και το φως από το δρόμο. Το μαγαζάκι μέσα, όσο το σπίτι μου. 2 επί 2. Έξω 10 τραπεζάκια, εκ των οποίων τα 4  άδεια. Χαρά εμείς, δεν περιγράφεται! Βρήκαμε και τραπέζι και καρέκλες… τέλεια! Με τον βασιλεία αδέλφια! Η πόρτα του καφενέ ξύλινη, βαμμένη μπλε πριν κάτι αιώνες, με γυαλί θαμπό και περίτεχνο μαύρο κάγκελο μπροστά με μια ταμπελίτσα πάνω χειρόγραφη που έλεγε: Χαμογέλα ρε! Τι σου ζητάμε; Ανοίγει σε μια στιγμή η πόρτα και στέκεται ένας… ας πούμε ότι καταλάβαμε αμέσως ότι πρόκειται για ΤΟΝ Σωτήρη… Εξήντα και κάτι, κοντός, με καλοαναθρεμμένη κοιλίτσα, γενειάδα εμπνευσμένη από τον άγιο Βασίλη, μαλλί αλά Μίκη Θεοδωράκη, ξεθωριασμένο πορτοκαλί πουκάμισο, κόκκινες τιράντες και ύφος έτοιμο να φωνάξει: «Όοοο ρεεεε Γιάννη! Λύσε τα’ άρματα κι οι οχτροί θα μπουν μες τ’ χωριό!!!». Κοιτάει μια δεξιά, μια αριστερά και μπαίνει πάλι μέσα... 

Αρχίζω εγώ: ‘Μας είδε;;; Ελένη έκλεισε!!! Δεν σερβίρει άλλους, πάμε να πάρουμε ένα sandwitch από απέναντι και να πάμε σπίτια μας…’ Ξανά ανοίγει η πόρτα και ξαναβγαίνει με τρία τασάκια στο χέρι. Μας ρίχνει το ένα στο τραπέζι -σε στυλ όπως 'γλιστράει' ο μπάρμαν, στις διαφημίσεις, το ποτήρι της μπύρας από τη μια άκρη του μπαρ στην άλλη-. Σταματάει το τασάκι η Ελένη και του λέει: 
‘Γειά σααααας’ με ένα πλατύ χαμόγελο και μάτια ορθάνοικτα. Αμίλητος, αγέλαστος, ασυγκίνητος μας αφήνει το τασάκι και πάει δίπλα. Εγώ ξαναρχίζω: 
‘Ελένη μας είδε;;; Σίγουρα;;;’ Τέλος πάντων πιάνουμε την κουβέντα και ο Σωτήρης μπαίνει μέσα και φέρνει ψωμί και σαλάτα στους δίπλα. Οι παραδιπλανοί σηκώνονται από το τραπέζι που μόλις είχανε καθίσει και πάνε μέσα. Κάποια στιγμή βγαίνουν έξω …με τις κλωτσιές και λένε απορημένοι: ‘Τι έγινε ρε παιδιά τώρα; Τώρα μας έδιωξε;’ 

‘Ελένη πάμε να φύγουμε τώρα. Ο άνθρωπος δεν είναι καλά και σίγουρα δεν μας είδε’. Βγαίνει ο Σωτήρης και έρχεται κατά πάνω μας. 
‘Πόσα άτομα θα είστε;’ Σαφώς, απαντάει η Ελένη: 
‘Τρεις, περιμένουμε άλλη μία’. 
‘Ελάτε μέσα’, μας κάνει. Εντάξει, τώρα σίγουρα μας είδε σκέφτηκα. Μπαίνουμε μέσα και μας βάζει σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Πέφτει το μάτι μου πάνω στους γίγαντες που έτρωγαν οι απέναντι και σκέφτηκα ότι η μπλε πόρτα σε πάει τρεις βδομάδες μπροστά όπου έχουν ήδη ξεκινήσει οι νηστείες…. 
‘Δεν είστε ξύπνιες ρε κορίτσια…. Δεν έρχεστε μέσα να βλέπουν ότι περιμένετε να φεύγουν….’ είπε ο κυρ Σωτήρης, καθώς μάζευε τα πιάτα των προηγούμενων….

Καθόμαστε, βολευόμαστε. ‘Τα καταφέραμε Ελένη!’ της λέω, ‘βρήκαμε και μαγαζί, βρήκαμε και τραπέζι μέσα, θα φάμε κιόλας… στο έλεγα ότι θα μας κανονίσει ο κυρ Σωτήρης… Μια χαρά θα τσικνίσουμε!’. Η Ελένη αρκέστηκε σε μια απλή χειρονομία και ένα ύφος χίλιες λέξεις. Πιάνουμε την κουβέντα εμείς, και 'τι ωραίο είναι το μαγαζί', και 'φρεσκοβαμμένο φαίνεται', και 'κουβαλάει και ανέπαφο τον χαρακτήρα του από τα παλιά', και 'τι έξυπνες που είναι αυτές οι πινακίδες με τις ατάκες του τύπου: Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Υπάρχει ζωή μετά το γάμο; Το άθροισμα της ομορφιάς και της εξυπνάδας είναι πάντα σταθερό! Αν οι εκλογές έφερναν αλλαγή τότε θα ήταν παράνομες…' και άλλα τέτοια. 

‘Ρε συ Ελένη, αφού μας είδε γιατί δεν έρχεται να παραγγείλουμε;’ 
‘Βλακεία έκανα που του είπα ότι περιμένουμε άλλη μία… Πες του όταν τον δεις να έρθει…’ 
‘Συγνώμη λίγοοο’, έκανα το χέρι πάνω και του έγνεψα. Αυτός κράταγε κάτι πιάτα και βγήκε έξω πάλι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι φέτος τις απόκριες ντύθηκα ‘αόρατη’. -Τόσο γράψιμο πια, δεν εξηγείται  αλλιώς-. 

Ξαφνικά όμως, όπως βγήκε ο κυρ Σωτήρης από την πόρτα, βγήκε από την κουζίνα ο Σωτήρης 20 χρόνια νεότερος. Πιο ψηλός, πιο αδύνατος, ίδιο στυλ αλλά αντί για άσπρο μαλλί είχε γκρι και σαφώς με καλύτερη σχέση με το ξύρισμα και το λούσιμο. 
‘Κορίτσια παραγγείλατε;’ 
‘Όχι.’ 
‘ …και σας αφήσαμε τόση ώρα να περιμένετε…. Τι θα πιείτε;’ 
‘Κρασάκι’. 
‘Ωραία, και τι θα φάτε;’ 
‘Χόρτα έχει;’ -τα οποία χόρτα τα είχαμε δει έξω που τα τρώγανε οι άλλοι-. 
‘Ωραία’, μας λέει, ‘ χόρτα, φέτα και κεφτέδες’. 
‘Μα μόνο αυτά;’ παραπονιέμαι εγώ. 
‘Να βάλω και μια κοψίδια,’ λέει ο Σωτήρης junior και φεύγει προς κουζίνα μεριά.

Πιάτα μην φανταστείτε ότι μας έφερε, δυο πιρούνια και πέντε χαρτοπετσέτες ήταν υπέρ ικανοποιητικά. ‘Minimal life style’, by Sotiris and son. Ήρθε και η τρίτη φίλη μετά, της έφερε κι αυτής ένα πιρούνι μέσα σε ένα ποτήρι, της είπε κιόλας μετά ότι είχαμε συμφωνήσει μαζί του ότι όποιος έρθει τελευταίος κάνει το τραπέζι και η Τσικνοπέμπτη στου κυρ Σωτήρη άφησε εποχή….