6 Φεβρουαρίου 2010

Χόρτα-φέτα-κεφτέδες...

Τσικνοπέμπτη. Στη γκαρσονιέρα εισβάλει η γειτονική τσίκνα από τις 11 το πρωί και κάθε προσπάθεια να πιεις ένα ‘χορτοφαγικό’ καφέ μάταιη… Πέρνα η τσικνομέρα και φτάνει το τσικνοβράδυ…
  
Β(γ)άζουν όλοι τις μάσκες και γίνεται χαμός στην πόλη. Έχουν ξεκληριστεί γενιές και γενιές χοίρων,  όρνεων και …σερβιτόρων, ενώ τραπέζι σε ταβέρνα δεν υπάρχει ούτε για δείγμα. Παρά την επιμονή μου να κατευθυνθούμε προς ψαροταβέρνα -μέρα που είναι- συνεχίζουμε την αέναη αναζήτηση για να ‘τσικνίσουμε’. Σαν γνήσιοι εναλλακτικοί τύποι -λέμε τώρα-, λίγο η απελπισία, λίγο η αναλαμπή της Ελένης, καταλήγουμε στον ‘καφενέ του Σωτήρη’. Μαγικό! Βρήκαμε τον μοναδικό τόπο της πόλης που δεν ήταν Τσικνοπέμπτη. Θύμιζε ένα πράμα…μεσημέρι Δευτέρας να το πω; Στέκι Γάλλων ιμπρεσιονιστών να το πω; Σημείο διανομής αντί-κατοχικών προκηρύξεων και οργανώσεως επαναστατικών συλλαλητηρίων να το πω; Πάντως Τσικνοπέμπτη του 2010 δεν ήταν σίγουρα….

Ο καφενές ήταν καλά κρυμμένος μέσα σε μια στοά και από τον δρόμο δεν έβλεπες τίποτα γιατί κάτι μεγάλες γυψοσανίδες κρύβανε τον κόσμο και το φως από το δρόμο. Το μαγαζάκι μέσα, όσο το σπίτι μου. 2 επί 2. Έξω 10 τραπεζάκια, εκ των οποίων τα 4  άδεια. Χαρά εμείς, δεν περιγράφεται! Βρήκαμε και τραπέζι και καρέκλες… τέλεια! Με τον βασιλεία αδέλφια! Η πόρτα του καφενέ ξύλινη, βαμμένη μπλε πριν κάτι αιώνες, με γυαλί θαμπό και περίτεχνο μαύρο κάγκελο μπροστά με μια ταμπελίτσα πάνω χειρόγραφη που έλεγε: Χαμογέλα ρε! Τι σου ζητάμε; Ανοίγει σε μια στιγμή η πόρτα και στέκεται ένας… ας πούμε ότι καταλάβαμε αμέσως ότι πρόκειται για ΤΟΝ Σωτήρη… Εξήντα και κάτι, κοντός, με καλοαναθρεμμένη κοιλίτσα, γενειάδα εμπνευσμένη από τον άγιο Βασίλη, μαλλί αλά Μίκη Θεοδωράκη, ξεθωριασμένο πορτοκαλί πουκάμισο, κόκκινες τιράντες και ύφος έτοιμο να φωνάξει: «Όοοο ρεεεε Γιάννη! Λύσε τα’ άρματα κι οι οχτροί θα μπουν μες τ’ χωριό!!!». Κοιτάει μια δεξιά, μια αριστερά και μπαίνει πάλι μέσα... 

Αρχίζω εγώ: ‘Μας είδε;;; Ελένη έκλεισε!!! Δεν σερβίρει άλλους, πάμε να πάρουμε ένα sandwitch από απέναντι και να πάμε σπίτια μας…’ Ξανά ανοίγει η πόρτα και ξαναβγαίνει με τρία τασάκια στο χέρι. Μας ρίχνει το ένα στο τραπέζι -σε στυλ όπως 'γλιστράει' ο μπάρμαν, στις διαφημίσεις, το ποτήρι της μπύρας από τη μια άκρη του μπαρ στην άλλη-. Σταματάει το τασάκι η Ελένη και του λέει: 
‘Γειά σααααας’ με ένα πλατύ χαμόγελο και μάτια ορθάνοικτα. Αμίλητος, αγέλαστος, ασυγκίνητος μας αφήνει το τασάκι και πάει δίπλα. Εγώ ξαναρχίζω: 
‘Ελένη μας είδε;;; Σίγουρα;;;’ Τέλος πάντων πιάνουμε την κουβέντα και ο Σωτήρης μπαίνει μέσα και φέρνει ψωμί και σαλάτα στους δίπλα. Οι παραδιπλανοί σηκώνονται από το τραπέζι που μόλις είχανε καθίσει και πάνε μέσα. Κάποια στιγμή βγαίνουν έξω …με τις κλωτσιές και λένε απορημένοι: ‘Τι έγινε ρε παιδιά τώρα; Τώρα μας έδιωξε;’ 

‘Ελένη πάμε να φύγουμε τώρα. Ο άνθρωπος δεν είναι καλά και σίγουρα δεν μας είδε’. Βγαίνει ο Σωτήρης και έρχεται κατά πάνω μας. 
‘Πόσα άτομα θα είστε;’ Σαφώς, απαντάει η Ελένη: 
‘Τρεις, περιμένουμε άλλη μία’. 
‘Ελάτε μέσα’, μας κάνει. Εντάξει, τώρα σίγουρα μας είδε σκέφτηκα. Μπαίνουμε μέσα και μας βάζει σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο. Πέφτει το μάτι μου πάνω στους γίγαντες που έτρωγαν οι απέναντι και σκέφτηκα ότι η μπλε πόρτα σε πάει τρεις βδομάδες μπροστά όπου έχουν ήδη ξεκινήσει οι νηστείες…. 
‘Δεν είστε ξύπνιες ρε κορίτσια…. Δεν έρχεστε μέσα να βλέπουν ότι περιμένετε να φεύγουν….’ είπε ο κυρ Σωτήρης, καθώς μάζευε τα πιάτα των προηγούμενων….

Καθόμαστε, βολευόμαστε. ‘Τα καταφέραμε Ελένη!’ της λέω, ‘βρήκαμε και μαγαζί, βρήκαμε και τραπέζι μέσα, θα φάμε κιόλας… στο έλεγα ότι θα μας κανονίσει ο κυρ Σωτήρης… Μια χαρά θα τσικνίσουμε!’. Η Ελένη αρκέστηκε σε μια απλή χειρονομία και ένα ύφος χίλιες λέξεις. Πιάνουμε την κουβέντα εμείς, και 'τι ωραίο είναι το μαγαζί', και 'φρεσκοβαμμένο φαίνεται', και 'κουβαλάει και ανέπαφο τον χαρακτήρα του από τα παλιά', και 'τι έξυπνες που είναι αυτές οι πινακίδες με τις ατάκες του τύπου: Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Υπάρχει ζωή μετά το γάμο; Το άθροισμα της ομορφιάς και της εξυπνάδας είναι πάντα σταθερό! Αν οι εκλογές έφερναν αλλαγή τότε θα ήταν παράνομες…' και άλλα τέτοια. 

‘Ρε συ Ελένη, αφού μας είδε γιατί δεν έρχεται να παραγγείλουμε;’ 
‘Βλακεία έκανα που του είπα ότι περιμένουμε άλλη μία… Πες του όταν τον δεις να έρθει…’ 
‘Συγνώμη λίγοοο’, έκανα το χέρι πάνω και του έγνεψα. Αυτός κράταγε κάτι πιάτα και βγήκε έξω πάλι. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι φέτος τις απόκριες ντύθηκα ‘αόρατη’. -Τόσο γράψιμο πια, δεν εξηγείται  αλλιώς-. 

Ξαφνικά όμως, όπως βγήκε ο κυρ Σωτήρης από την πόρτα, βγήκε από την κουζίνα ο Σωτήρης 20 χρόνια νεότερος. Πιο ψηλός, πιο αδύνατος, ίδιο στυλ αλλά αντί για άσπρο μαλλί είχε γκρι και σαφώς με καλύτερη σχέση με το ξύρισμα και το λούσιμο. 
‘Κορίτσια παραγγείλατε;’ 
‘Όχι.’ 
‘ …και σας αφήσαμε τόση ώρα να περιμένετε…. Τι θα πιείτε;’ 
‘Κρασάκι’. 
‘Ωραία, και τι θα φάτε;’ 
‘Χόρτα έχει;’ -τα οποία χόρτα τα είχαμε δει έξω που τα τρώγανε οι άλλοι-. 
‘Ωραία’, μας λέει, ‘ χόρτα, φέτα και κεφτέδες’. 
‘Μα μόνο αυτά;’ παραπονιέμαι εγώ. 
‘Να βάλω και μια κοψίδια,’ λέει ο Σωτήρης junior και φεύγει προς κουζίνα μεριά.

Πιάτα μην φανταστείτε ότι μας έφερε, δυο πιρούνια και πέντε χαρτοπετσέτες ήταν υπέρ ικανοποιητικά. ‘Minimal life style’, by Sotiris and son. Ήρθε και η τρίτη φίλη μετά, της έφερε κι αυτής ένα πιρούνι μέσα σε ένα ποτήρι, της είπε κιόλας μετά ότι είχαμε συμφωνήσει μαζί του ότι όποιος έρθει τελευταίος κάνει το τραπέζι και η Τσικνοπέμπτη στου κυρ Σωτήρη άφησε εποχή….

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου